Skip to content

ΣΕ ΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΑΔΕΡΦΙ ΜΟΥ

                                                           [20 – 7‑1974]                                         

Το λίκνι­σμα του νησιού, στ’ αφρό­σκε­πο το κύμα,
γλυ­κα­να­σαι­μιά και τρα­γού­δι στης πεθυ­μιάς την τρά­τα
και το μακρι­νό τ’ αγνά­ντε­μα, ακό­μη ένα στέ­ριο  βήμα
για το σφι­χτό τ’ αγκά­λια­σμα στης ένω­σης τη στράτα.

Λιο­κέ­ντη­τη  η σημε­ρι­νή, εικο­στή του Ιού­λη αυγή,
το μεση­μέ­ρι απά­ντη­μα της πίστης στην ελπί­δα
κι απέλ­πι­σμα τ’ από­βρα­δο με σταύ­ρω­ση θλι­βε­ρή
στ’ αντά­μω­μα που πόθη­σε τ’ αδέρ­φι στην πατρίδα.

Τα πορ­τό­φυλ­λα που έπε­σαν στο βάρος της κατά­ρας,
τα κλά­μα­τα που ακού­στη­καν παρά­πο­νο κι ευχή,
ψυχές που μοι­ρο­λό­γη­σαν το στοί­χειω­μα της λαχτά­ρας,
στο σπί­τι μας αντή­χη­σαν παρά­κλη­ση και οργή.

Φωτιές φυγής και κρό­τοι διωγ­μού στο σπί­τι του αδερ­φού
και πνί­γε­ται η ανά­σα του ‚μαραί­νε­ται η ψυχή του
στο μίσος και την απει­λή, του γεί­το­να και του γνω­στού,
να σηκώ­νει ψηλά τα χέρια του, ικέ­της στη ζωή του.

Σε σταύ­ρω­σαν αδέρ­φι μου και είδα τη θανή μου.
Τον τάφο που σου άνοι­ξαν είναι δικό μου μνή­μα.
Θεριέ­ψου στο κου­ρά­γιο σου, άκου και τη φωνή μου
κι η πίστη μας ομό­ψυ­χη, φουρ­του­νια­σμέ­νο κύμα,

θα πνί­ξει στο βαθυ­γά­λα­ζο τ’ αφο­ρε­σμέ­να χέρια
που μάτω­σαν τη θάλασ­σα, αυτή που γλυ­κο­κυ­μα­τού­σα
κρα­τού­σε στην αγκά­λη της το σμί­ξι­μο των πόθων,
περή­φα­να που το ένιω­θες κι εγώ το λαχταρούσα. 

Το σταύ­ρω­σαν αδέρ­φι μου το συνα­πά­ντη­μά μας,
μα σφί­ξε μέσ’ στο χέρι μου τα στέ­φα­να του χρό­νου,
πανή­γυ­ρη ξημέ­ρω­μα στην Κύπρο τ’ αντά­μω­μά μας,
στο δίκιο μας  να ιστο­ρή­σου­με, το κούρ­σε­μα του πόνου.

Creative Commons License
Αυτό­μα­το προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at https://alexandris23.net.