Skip to content

Η ΞΩΤΙΚΙΑ

Εστει­λα δυο περι­στέ­ρια
να  έρθουν  να σε βρουν,
εκεί στα μακρι­νά λημέ­ρια
που φτε­ρου­γί­ζουν και λαλούν
                     *
που­λιά στα παρα­θύ­ρια
και σε ολάν­θι­στες αυλές,
εκεί όπου αστέ­ρια μύρια
φεγ­γί­ζου­νε τις ομορ­φιές.
                        *
Μου μίλη­σαν για σένα,
νύμ­φη, νεράι­δα ξωτι­κή,
που βρί­σκε­σαι στα ξένα
κόρη, πανέ­μορ­φη ξαν­θή,
                      *
πως όποιο παλ­λη­κά­ρι,
μπο­ρέ­σει μια χρυ­σή αυγή
από τον κήπο σου να πάρει
χωρίς κανέ­νας να τον δει,
                      *
χιλιό­φυλ­λο λου­λού­δι
από το ανί­σκιω­το δεν­δρί
κι ακού­σει μάγια το τρα­γού­δι
της φωνής σου και μαγευ­τεί,
                       *
ταί­ρι σου θα τον κάνεις
λαχτά­ρα σου ακρι­βή,
στον ίσκιο σου θα τον βάνεις
να παίρ­νει ζωής φιλί.
                      *
Μου έφε­ραν το λου­λού­δι
τα δυο μου περι­στέ­ρια,
κελά­η­δη­σαν και το τρα­γού­δι
φέρ­νο­ντας γλυ­κά χαμπέ­ρια.
                        *
Στο παρα­θύ­ρι δίπλα στέ­κεις
με μάτια να ψάχνουν στην αυλή
και στο καρ­τέ­ρε­μα να πλέ­κεις
με πόθο, τη δική μου τη μορ­φή,
                         *

ταί­ρι σου πιστό για να με κάνεις
στα όνει­ρα και τις πεθυ­μιές,
και στον ήλιο μπρο­στά να βάνεις
αγά­πης ακτί­νες, φωτει­νές.
                       *
Σε λίγο τα περι­στέ­ρια φύγαν
ομορ­φο­φτέ­ρου­γα  που­λιά,
κι αυτά ζευ­γα­ρω­μέ­να πήγαν
στην  παρα­πά­νω γει­το­νιά.
                      *
Στα χέρια μου το λου­λού­δι,
του έρω­τα ανοι­χτή αγκα­λιά
και στα χεί­λη μου το τρα­γού­δι,
δική σου  χαρά και ανα­σαι­μιά.
                       *
Τ’ αρχο­ντι­κό σου δεν το ξέρω
ούτε ποια στρά­τα να δια­βώ.
Κινάω όμως ταί­ρι να σε φέρω,
με την αγά­πη οδη­γή­τρα, θα σε βρω.

Creative Commons License
Αυτό­μα­το προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at https://alexandris23.net.