Skip to content

Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ

Ανά­στα­τη κι απρό­βλε­πτη η σκέ­ψη,
στ’ αδέ­σπο­του του νου  το μονο­πά­τι.
Βαθύς και  ο χτύ­πος της καρ­διάς,
η θλί­ψη βάσα­νο κι η αγω­νία αμανάτι.

Βρα­δυ­πο­ρού­σα η νύχτα και σιγή,
των αστε­ριών το ξενύ­χτι, μάτι,
φυλά­κι­σμα στε­νό­χω­ρο η βρα­διά
και η από­δρα­ση πεί­σμα και γινάτι.

Φεγ­γα­ρό­φω­το έξω το πλα­τύ στρα­τί,
στη σέλα τ’ αλό­γου τα όνει­ρα δεμά­τι
και ο καβα­λά­ρης απο­ρεί και θλί­βε­ται ‚
βήμα δεν πάει μπρο­στά το άτι.

Βιτσί­ζει μια, βιτσί­ζει δυο και τρεις,
λυσ­σο­μα­νά και με θυμό το δέρ­νει.
Ριζω­μέ­να στυ­λώ­μα­τα τα πόδια του,
από βιτσιές κι από φωνές δεν παίρνει.

Πεζός το χαλι­νό τεντώ­νει και τρα­βά
κι εκεί­νο ορθώ­νει πόδια κι αφη­νιά­ζει.
Βλέ­πει να στέ­κει σκί­α­σμα μπρο­στά,
χλι­μι­ντρί­ζει και πίσω αλαφιάζει.

Και  είναι ο δρό­μος μακρύς και πέρα
και είναι άργη­τα και δέσμευ­ση ο χρό­νος.
Πώς να τρα­βή­ξει πάλι τού­το το στρα­τί,
πώς να το πάρει αργά και μόνος;

Σφυ­ρί­ζει μια ‚σφυ­ρί­ζει δυο και τρεις
μ’ απα­ντο­χή  κρυ­φή και φανε­ρό το άχτι.
Προ­δί­δε­ται σε φύλαγ­μα η θέση του,
φτά­νει και πιά­νει ο φρου­ρός τον κράχτη.

-Για­τί φωνά­ζεις, βρί­ζεις και σφυ­ράς
 νυχτιά­τι­κα και σε κλει­σμέ­νη ζώνη;
 Τρο­μά­ζεις  αηδο­νό­λα­λα και κού­κους,
 φοβί­ζεις και το ορφα­νό τριζόνι.

 Πάρε τη στρά­τα απέ­να­ντι για φευ­γιό,  
 βια­στι­κά και ήσυ­χα για το καλό σου.
 Με λόγια­σμα σοφού, σπου­δή και γνώ­ση 
 σιγού­ρε­ψε πεζός τον πηγαι­μό σου.

-Το άλο­γό μου φωνά­ζω για να  φανεί.
 Στο χάρα­μα, μ’ αφέ­ντε­μα και καλ­πα­σμό,
 τον ήλιο να προ­λά­βω ανα­το­λής στε­φά­νι
 και καβα­λά­ρης να δω της ζωής το λιακωτό. 

Creative Commons License
Αυτό­μα­το προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at https://alexandris23.net.