Skip to content

Η ΛΑΜΠΡΩ

Η Λάμπρω έχει αδερ­φούς,
τον ήλιο και το σεμνό φεγ­γά­ρι,
στο­λί­δια της γαλά­ζιους ουρα­νούς
και  τ’ άστρα τους, περή­φα­νο καμάρι.

Στο ρόδι­σμα της ανα­το­λής,
μπρο­στά στο παρα­θύ­ρι στέ­κει
κόρη της βαθυ­κόκ­κι­νης αυγής,
όνει­ρα και προσ­δο­κί­ες πλέκει.

Ξενύ­χτης και ο Αυγε­ρι­νός
στη στρά­τα του την αση­μέ­νια,
σκύ­βει στο παρα­θύ­ρι της εμπρός
και όλα τα βλέ­πει μαλαματένια.

Κατά­μα­τα ο ήλιος το μεση­μέ­ρι,
με γέλιο τη χαι­ρε­τά αδερ­φι­κά
κι η Λάμπρω, , στ’ ανί­σκιω­το καρ­τέ­ρι
ακτί­νες μαζεύ­ει μ’ απλοχεριά.

Στο γέρ­μα του, της στέλ­νει τα φιλιά,
τ’ αδέρ­φω­μα πίσω από κορυ­φές,
μια καλη­νύ­χτα και μια αγκα­λιά,
για όνει­ρα γλυ­κά και πολ­λές χαρές.

Μονά­χος και γορ­γός ταξι­δευ­τής,
βήμα­τα φωτει­νά δρα­σκε­λί­ζει
ο Απο­σπε­ρί­της και άγγε­λος υμνη­τής
το  ομορ­φο­νύ­χτι  καλωσορίζει.

Μεσου­ρα­νίς ολό­γιο­μο φεγ­γά­ρι
τ’ ασή­μω­μα στο παρα­θύ­ρι στρώ­νει,
παι­χνι­δί­σμα­τα κι αγκα­λια­σμοί με χάρη,
η Λάμπρω, νύχτα να μη βαλαντώνει.

Νύμ­φες αγγε­λό­μορ­φες τ’ αστέ­ρια
στή­νου­νε χορό στο ουρα­νο­δρό­μι
και από κάτω υψω­μέ­να χέρια,
στης μονα­ξιάς το σταυροδρόμι.

Κάθε­ται η Λάμπρω στα σκα­λιά,
γλυ­κά και όμορ­φα τρα­γου­δά­ει.
Βαριά ανα­στε­νά­ζει μια καρ­διά
βαθύ­ψυ­χα την κόρη π’ αγαπάει.

Από το πάθος και τον ανα­στε­ναγ­μό,
η Λάμπρω, νιώ­θει πως θα πεθά­νει.
Δακρύ­βρε­χτο μαρά­ζι και κρυ­φό καη­μό,
στον πόνο της αδέρ­φια της τα κάνει.

Μαραί­νο­νται κι οι δυο της αδερ­φοί,
στην ταρα­χή, τη θλί­ψη και τον πόνο,
ολό­φω­τη η γύρα τους στην αυλή
και βλέ­πουν το παλ­λη­κά­ρι μόνο.

Τη Λάμπρω θέλουν κόρη γελα­στή
δίπλα στης γει­το­νιάς το παλ­λη­κά­ρι,
νύμ­φη ευτυ­χι­σμέ­νη και χαρω­πή,
στο φως τους, τους κάνου­νε ζευγάρι.

                                                    17 – 7‑2024

Creative Commons License
Αυτό­μα­το προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at https://alexandris23.net.